Φορτώνει...
.

Παρασκευή, 14 Ιανουαρίου 2011

Αφιέρωμα στο σμυρίγλι στην εφημερίδα "Τα Νέα"

Η σµύριδα µας κρατά στον τόπο µας

Στη Νάξο οι τελευταίοι των σµυριδεργατών επιµένουν στην εξόρυξη τουσµυριγλιού

ΡΕΠΟΡΤΑΖ: Πέτρος Στεφανής , pstefanis@dolnet.gr

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 2011
«Ανοίγεις καµιά δεκαριά τρύπες µε το κοµπρεσέρ στον βράχο και τις γεµίζεις µε δυναµίτη κι αµµωνία.
Λίγα λεπτά αργότερα, η ελεγχόµενη έκρηξη σπάει σε µεγάλα κοµµάτια το σµυρίγλι. Τότε αυτά πρέπει να τα κάνεις µικρότερα, χτυπώντας τα µε την πεντάκιλη βαριά. Να γίνουν πέτρες ώς και εξήντα κιλά η καθεµιά…».
Μετρά είκοσι δύο χρόνια στις στοές των ορυχείων. Σήµερα, ο 49χρονος Βασίλης Κώτσος είναι ένας από τους περίπου πεντακόσιους εναποµείναντες σµυριδεργάτες της βορειοανατολικής Νάξου, αυτούς που συντηρούν τη σπουδαία διεθνή παράδοση στην εξόρυξη της σµύριδας. Στο νησί τους η γη κρύβει µεγάλη, υψηλής ποιότητας κι εκµεταλλεύσιµη ποσότητα αυτού του ορυκτού, που οι Ναξιώτες αρέσκονται να αποκαλούν «σµυρίγλι». Απ’ την άλλη, και το καθεστώς εργασίας τους είναι διαφορετικό από τα συνηθισµένα: οι εργάτες παραδίδουν στο κράτος το πέτρωµα που εξορύσσουν κι εκείνο το διαθέτει στο εµπόριο. Για αντάλλαγµα, τους εξασφαλίζει την κάλυψή τους από το ΙΚΑ, µε βάση την ποσότητα που θα του αποδώσουν.

«Μόνο η ασφάλισή µας αυτή µας κρατά στη συγκεκριµένη δουλειά. Εργαζόµαστε ίσα για να βγάζουµε τα σµυριδοένσηµά µας. Κάθε δύο καντάρια (116 κιλά) σµυριγλιού που παραδίδουµε, σηµαίνουν κι από ένα ένσηµο για µας. Μέχρι και 240 δικαιούνται να συµπληρώνουν κάθε χρόνο οι παλιοί (480 καντάρια), έως και 80 οι πιο νέοι. Χρήµατα, ωστόσο, στην τσέπη µας δεν µπαίνουν. Γι’ αυτό και οι περισσότεροι κάνουµε και δεύτερη δουλειά – εγώ άνοιξα µαγαζί µε ρολόγια και χρυσαφικά. Ούτως ή άλλως, το σµυρίγλι είναι επάγγελµα εποχικό: λόγω βροχών, τα ορυχεία είναι ανοιχτά µόνο από Μάιο έως και Νοέµβριο…», λέει στα «ΝΕΑ» ο κ. Κώτσος, πρόεδρος του Σωµατείου Σµυριδεργατών στ’ Απεράθου, ένα από τα έξι σµυριδοχώρια. Ιδιοκτήτης σµυριδωρυχείου, εντός του κτήµατός του στο βουνό, από κοινού µε άλλους δώδεκα εργάτες έβγαλαν πέρυσι 5.000 καντάρια (290 τόνους) σµυρίγλι. Από νωρίς το πρωί και για οκτώ µε δέκα ώρες την ηµέρα, έχουν να στριµωχτούν ώς και είκοσι µέτρα στο εσωτερικό του βουνού.
Το ορυκτό αυτό είναι και πολύ δύσκολο, σκληρό να εξορυχθεί. «Πολεµάµε ακόµα και µε δυναµίτες για να το µαζέψουµε.
Προσωπικά, τρέµω όποτε είναι να δουλέψουµε µε τα εκρηκτικά. Ύστερα πια κι από κάθε έκρηξη είµαι ανήσυχος ώσπου να σιγουρευτώ ότι όλοι οι συνάδελφοί µου βγήκαν έξω σώοι. Μόνο τότε θα κοιτάξω και τι είδους πέτρες έχουν µετακινηθεί, αν και πόσο σµυρίγλι βρήκαµε. Οπως και να ‘χει, η αναζήτησή του κρύβει µονίµως ένα µυστήριο, µέχρι να το δεις να ξεπροβάλλει», λέει.
Περασµένα µεγαλεία
Συνολικά µέχρι και 7.000 τόνους σµυρίγλι ή, αλλιώς, ασµυριγλόπετρα, σε τρεις διαφορετικές ποιότητες, εξορύσσουν ετησίως οι ασµυριγλάδες της Νάξου. Στα περίπου είκοσι σήµερα ανοιχτά σµυριδωρυχεία, στους βόρειους ορεινούς όγκους του νησιού, ανάµεσα στα χωριά Απεράθου, Κόρωνος, Κεραµωτή, Σκαδό, ∆ανακός και Μέση, ο νεώτερος από αυτούς είναι 23 χρονών, ενώ ο µεγαλύτερος έχει πατήσει τα 60. Μένει, ωστόσο, µάχιµος έως ότου µαζέψει τα 4.500 ένσηµα που απαιτούνται για να λάβει τη σύνταξη σµυριδεργάτη.

«Το κέρδος µου απ’ αυτήν τη δουλειά ήταν ότι µπόρεσα να βγω σε σχετικά µικρή ηλικία, στα 53 µου, στη σύνταξη. Οχι ότι τα χρήµατα που παίρνω σήµερα, τα 599,48 ευρώ τον µήνα, αξίζουν µπροστά στον κόπο και τον αγώνα µας, στα θύµατα που θρηνήσαµε µέσα στις στοές…», λέει στα «ΝΕΑ» ο κ. Γιάννης Αγαπητός, επί 25 χρόνια σµυριδεργάτης στο παρελθόν. «Οι γονείς και οι παππούδες µας από το σµυρίγλι ζούσαν. Τότε δούλευαν µέρα παρά µέρα, γιατί χωρίς τα σύγχρονα µηχανήµατα οι συνθήκες ήταν ακόµα πιο επίπονες. Τουλάχιστον, όµως, έπαιρναν χρήµατα (20.000 δραχµές για 480 καντάρια). Ολον τον χρόνο µ’ αυτά πλήρωναν χασάπη, φούρναρη και µπακάλη. Το καντάρι τότε είχε αξία...», αναπολεί. Και ο ίδιος έζησε τη σµύριδα στα καλά της. Οταν ήκµαζε, ώς τα τέλη της δεκαετίας του ’70. Θυµάται ακόµα την εντυπωσιακή εναέρια µεταφορά της µέχρι το λιµανάκι της Μουτσούνας, όπου γινόταν το ζύγισµά της από τους διαλογείς του ∆ηµοσίου. Στη συνέχεια, και τη φόρτωσή της, αρχικά σε µαούνες και πλοιάρια, από ‘κεί σε µεγαλύτερα φορτηγά πλοία. «Εκτοτε, ωστόσο, πάθαµε ζηµιά από άλλο παρόµοιο υλικό, το αµερικανικό τεχνητό κορούνδιο.
Ακόµα και το κατώτερης ποιότητας αντίστοιχο τουρκικό προϊόν έχει µεγαλύτερη ζήτηση, γιατί οι Τούρκοι ξέρουν να εκµεταλλευτούν καλύτερα τα µικρότερα κοιτάσµατά του. Γι’ αυτό και σήµερα µεγάλα αποθέµατά µας παραµένουνστις αποθήκες…», παρατηρεί.